Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

«Όσο μυρίζουν νεραντζιές…»

Διήγημα του Άρη Ψωμά
nerantzia
Τον πρωτοείδε πριν χρόνια. Ήταν Πάσχα. Καθόταν σ΄ ένα παγκάκι στην πλατεία Συντάγματος. Φορούσε ένα ξεθωριασμένο μπουφάν και ένα σκισμένο τζιν. Ζωγράφιζε μέσα στο απογευματινό κρύο. Τα μαλλιά του ήταν ανάκατα και φαινόταν λαχανιασμένος.

Πήγε κοντά του χαμογελώντας, σαν να τον γνώριζε.

-Τι κάνεις εκεί; τον ρώτησε.

Γύρισε ξαφνιασμένος.

-Εεε, τίποτα, να, ζωγραφίζω, της είπε κάπως παραξενεμένος με το θάρρος της.

-Καλά, αυτό το κατάλαβα!!Τι ζωγραφίζεις ρωτάω!!είπε με ύφος.

-Ααα…Ζωγραφίζω τον..Ένγκελς!

Έστριψε το χαρτί να της δείξει το σκίτσο, πολύ ικανοποιημένος από την προσπάθεια του.

-Πώς σου φαίνεται, τη ρώτησε, περιμένοντας σίγουρα αν όχι έπαινο, τουλάχιστον κοπλιμέντο!

-Αχ, δεν ξέρω, του απάντησε γελώντας.

-Τι θα πει δεν ξέρεις;;συνοφρυώθηκε αυτός.

-Να μωρέ, δεν είμαι σίγουρη ότι ξέρω πως ακριβώς είναι η μούρη του Ένγκελς, χαμογέλασε και δαγκώθηκε.

Έβαλαν και οι δύο τα γέλια.

-Και γιατί τον Ένγκελς βραδιάτικα;

-Έχουμε το συλλαλητήριο αύριο και…εμπνεύστηκα!!

-Α,ναι;Είσαι από αυτούς, ε; του είπε συνωμοτικά. Και με τι ασχολείσαι;

-Παίζω κιθάρα σένα μαγαζί…

-Ααα, φτασμένος καλλιτέχνης κι έτσι;;

-Μπα, φοιτητής με ελεύθερο χρόνο και χωρίς χαρτζιλίκι!!

-Και τι σπουδάζεις;

-Οικονομικά.

-Ουφ, ξενέρωτος!είπε ψιθυριστά.

-Τιιι;Τι είπες; της απευθύνθηκε,και καλά, αυστηρά.

Γελάσανε ξανά.

-Εσύ, πώς βρέθηκες εδώ;τη ρώτησε.

-Απλώς μ΄αρέσει να περπατάω όταν έχω χρόνο.

Και μίλησαν με τις ώρες. Πάνω στο παγκάκι. Κάτω από τ΄άστρα. Την κοίταζε επίμονα στα μάτια. Του φαινόντουσαν παράδοξα φωτοβόλα. Κάποια στιγμή παρατήρησε ότι ήταν διαφορετικά το ένα απ΄το άλλο. Έστρεψε το βλέμμα αλλού για να μη τη φέρνει σε δύσκολη θέση. Αυτή το κατάλαβε.

-Δεν είναι τίποτα, έτσι γεννήθηκα!Μην άγχεσαι. Κοίτα με! σχεδόν τον διέταξε και σηκώθηκε.

-Φεύγεις;

-Θα με περπατήσεις σπίτι μου;

Του είπε που έμενε.

-Τι;Είσαι τρελή; Αυτό είναι 1 ώρα περπάτημα, της αντιγύρισε.

-Ε,και;Είσαι αγύμναστος;Δεν μπορείς; είπε πονηρά.

Δεν μπορούσε. Αλλά έπιασε αποφασιστικά το χέρι της και της είπε:

-Πάμε.

Όσο περπατούσαν, αυτός λαχάνιαζε.

-Τι έγινε; τον ρώτησε ειρωνικά. Πόνεσαν τα πόδια σου;

-Δεν είναι τα πόδια μου το πρόβλημα, εδώ είναι…είπε δείχνοντας το στήθος του.

Αυτή δεν κατάλαβε.

-Α, δεν συμβαδίζουμε, του είπε βλέποντας να μένει πίσω. Αλλά δεν πειράζει, πάρε μια ανάσα, του ξανάπε χαμογελαστά και έκαναν στάση.

Όσο όμως ανάσαινε, τόσο ένιωθε να τον πλημμυρίζει η μυρωδιά από τον στενό δρόμο που είχαν σταματήσει. Τόσο έντονο, απόκοσμο. Γύρισε το κεφάλι να καταλάβει από που ερχόταν.

-Είναι οι ανθισμένες νεραντζιές, του είπε σα να διάβασε τη σκέψη του.

Την είδε να απομακρύνεται.

-Που πας;

-Α, δυστυχώς, φτάσαμε σπίτι μου. Καληνύχτα.

-Τι καληνύχτα;Δεν θα σε ξαναδώ;

-Αύριο. Θα σε βρω εγώ. Στην πορεία!

Είχε ήδη ανοίξει την πόρτα, όταν της είπε δήθεν, με παράπονο:

-Θα με θυμάσαι μέχρι αύριο;

-Όσο μυρίζουν οι νεραντζιές, θα σε θυμάμαι.



Δεν τη βρήκε στην πορεία. Αντ΄αυτής, βρήκε εμένα. Και μου εξιστόρησε τα καθέκαστα,περπατώντας πιασμένος μαζί μου αγκαζέ στην ΄΄αλυσίδα΄΄.

-Και δεν μπορείς να φανταστείς πώς ήταν τα μάτια της…

-Ναι…

-Τι ναι,ρε;

-Ε,τι θες να πω μωρέ;νευρίασα εγώ.

Το αντιπαρήλθε πολύ εύκολα.

-Να ρε συ, ήταν τα μάτια της σα δυο ψιχάλες φως.

-‘Ελαααα…

-Αλλά ήταν διαφορετικά μεταξύ τους, συνέχισε απτόητος παρά την ειρωνεία μου. Και γω, είχα κάτσει σαν τον μαλάκα, καρφωμένος, να τα κοιτάω…Θα με πέρασε για γύφτο η κοπέλα…Για πες ρε γιατρέ, τι μπορεί να είναι αυτό που είχε;

-Εεε, κοίτα, είπα τρίβοντας το μούσι μου,αν το έχει εκ γενετής, μπορεί να είναι χιμαιρισμός ή σύνδρομο ελλείποντος…

Μέκοψε.

-Αυτό που ρωτάς ένα γιατρό για ένα πρόβλημα και σου δίνει 20 πιθανές απαντήσεις, είναι απίστευτο!!

-Ρε, δεν ασχολείσαι εσύ με τα δικά σου προβλήματα καλύτερα και ν΄αφήσεις τα προβλήματα των άλλων;

-Δεν μπορώ ρε φίλε, είμαι κομμουνιστής εγώ!

-Ναι, δεν εννοούσα αυτό!

-Ναι ρε, ξέρω τι εννοούσες.

-Α, ναι;Για πες, τι εννοούσα;

-Ότι έχουμε τα προβλήματα του κόσμου, έχουμε και τα δικά μας!!είπε και γέλασε…

-Ούτε αυτό εννοούσα!φώναξα.

-Ναι, το ξέρω, μου είπε σοβαρά και ξέπνοα.

-Πήγες στον καρδιολόγο σου;ρώτησα κοιτάζοντας μπροστά…

Δεν πρόλαβε να απαντήσει. Ο σύντροφος, που έδινε βήμα στην άκρη της αλυσίδας, γκάριξε,δήθεν αυστηρά:

-Τι θα γίνει, ρε γαλιάντρες;Θ΄αφήσετε το μπούρου-μπούρου να πείτε κανένα σύνθημα;Άιντε!!

Εγώ έβαλα όλη μου τη δύναμη να φωνάξω το σύνθημα της ντουντούκας.

Ο φίλος μου,λαχανιασμένος, συνέχισε να περπατά σιωπηλός κοιτάζοντας τις κόκκινες σημαίες που κυματίζαν μπροστά μας…

Όταν πια τέλειωσε η πορεία, γύρισε και μου ΄πε σοβαρά:

-Εγώ γιατρός δεν είμαι, αλλά ξέρω τι έχουν τα μάτια της…

-Τι;;;τον ρώτησα γουρλωμένος περιμένοντας τον να ξεστομίσει κάποια εντυπωσιακή γνώση.

-Τα μάτια της είναι είδωλα του κόσμου που καίγεται. Γιαυτό είναι διαφορετικά. Και είναι και πρίσματα. Από μέσα τους περνάει το φως από όλες τις κόκκινες σημαίες του κόσμου. Γι΄αυτό είναι φωτοβόλα.

Μου είπε όλη αυτή την ποιητική του χαζοχαρουμενιά, απνευστί και με ένα χαμόγελο τρελής αυτοεπιβεβαίωσης, σαν να ήταν η απλή αλήθεια του κόσμου. Πήγα να τον πειράξω, αλλά απλώς χαμογέλασα. Άλλωστε 5 χρόνια φοιτητής Ιατρικής, δεν είχα ακούσει πιο όμορφη πάθηση…



Την ξανάδε 10 χρόνια αργότερα. Αυτή ανέβαινε τα σκαλιά του Μετρό, κρατώντας από το χέρι ένα κοριτσάκι. Αυτός, λαχανιασμένος όπως πάντα,με το ίδιο φθαρμένο τζάκετ, όπως τότε, ζωσμένος την κιθάρα του στην πλάτη, τη χτύπησε στον ώμο.

-Με θυμάσαι;

Γύρισε, δίστασε για 1 δευτερόλεπτο και τελικά του απάντησε χαμογελώντας:

-Όσο μυρίζουν νεραντζιές, θα σε θυμάμαι!!

Κοιτάχτηκαν για λίγο αμήχανα μέχρι να προτείνει να πιουν στα γρήγορα ένα καφέ. Βάδιζαν δίπλα-δίπλα, αργά.

Τον κοίταξε.

-Τώρα βλέπω δε μένεις πίσω. Συμβαδίζεις!

-Ε,τώρα έχεις εσύ κάτι να φρενάρει τη φούρια σου, δείχνοντας την κόρη της που δεν περπατούσε,ακόμη, καλά.

Κάθισαν δίπλα στην πόρτα.

-Δουλεύεις;

-Ναι, της απάντησε. Σ΄ένα γραφείο. Γαλέρα, άσε. Τώρα δεν έχω ούτε χρόνο,ούτε χαρτζιλίκι, είπε αστεία αλλά δε γέλασε κανείς τους. Εσύ;

-Και γω τα ίδια. Δεν αντέχω. Τώρα που σε είδα όμως,πήρα θάρρος. Θα παραιτηθώ, είπε μισοαστεία.

-Να μην παραιτηθείς. Να απεργήσεις, απάντησε αυτός με σιγουριά.

-Αυτό το κάνω ούτως ή άλλως, μουρμούρισε.

-Δεν σε βρήκα τότε στην πορεία,ξανάρχισε αυτός την κουβέντα.

-Είχα έρθει, απλώς καθυστέρησα και έμεινα πίσω, στην ΄΄ουρά΄΄. Πάλι δε συμβαδίσαμε,μάλλον,ε;

-Ναι, μάλλον. Ξέρεις, εε, εγώ, σε σκεφτόμουν κάθε…

-Μην το πεις, σε παρακαλώ.

-Τουλάχιστον, άξιζε τον κόπο;τη ρώτησε δείχνοντας,με κάποια ζήλεια, την κόρη της.

-Γιατί, εσένα άξιζαν οι κόκκινες σημαίες σου;τον ρώτησε επιθετικά.

-Εμ, αν δεν ήταν αυτές,δεν θα ήξερα τι έχουν τα μάτια σου…

-Μπα, τι έχουν λοιπόν; ρώτησε και τον πλησίασε.

-Άκου να δεις τι συμβαίνει, απάντησε.

Και την πλησίασε κι αυτός.

Και άρχισε να της λέει την ιστορία για τα πρίσματα και τις κόκκινες σημαίες.

Τον άκουσε κοιτάζοντας μακριά. Έμεινε έτσι για λίγο. Ξαφνικά σηκώθηκε, πήρε τη μικρή από το χέρι. Έφυγε μαζί της, χωρίς πάλι να του πει το όνομά της. Μόνο κοντοστάθηκε στην πόρτα του καφέ και του είπε:

-Σε 10 χρόνια πάλι;Σ΄αυτό το καφέ;

-Όχι σε 10 χρόνια. Σε 10 ημέρες. Στην απεργία. Η ΖΩΗ είναι μία. Και είναι εδώ και τώρα.

Και όπως της το ΄λεγε, τον έπιασε πάλι το λαχάνιασμα. Αλλά αυτή πάλι δεν το κατάλαβε. Και έφυγε. Και έμεινε αυτός να μονολογεί ότι η ζωή είναι μία, ότι είναι εδώ και τώρα, ότι τα θέλουμε όλα, τα ζητάμε όλα, τα αξίζουμε όλα γιατί δικά μας είναι όλα, ότι η ζωή είναι μικρή, ότι πρέπει κάθε μέρα να παλεύουμε γιατί αλλιώς δεν θα προλάβουμε να πάρουμε τον κόσμο, δεν θα προλάβουμε…



Δεν πρόλαβε. Πέθανε στα 32 του, 10 ημέρες αργότερα. Την επόμενη της συνάντησης τους, έκανε πυρετό και έπεσε σε κώμα. Δεν ξύπνησε ποτέ. Βαριά πνευμονία. Επιβαρύνθηκε η καρδιακή ανεπάρκεια που είχε, κουσούρι από σπανιότατη επιπλοκή γρίπης, που πέρασε όταν ήταν 4 χρόνων.

Το τελευταίο του δεκαήμερο, νοσηλεύθηκε σε νοσοκομείο. Επί 9 ημέρες δεν αντιδρούσε, αλλά ήταν ανήσυχος. Σε εξαντλητικό stress. Tη 10η ημέρα είδε ένα όνειρο:

΄΄ Ήταν, λέει, κάτω από μια νεραντζιά. Μια νεραντζιά που μοσκοβολούσε όσο καμία άλλη. Και που αντί για φύλλα είχε μεγάλες κόκκινες σημαίες. Γύρω-γύρω έβρεχε φως και μέσα σε αυτήν τη φωτεινή βροχή είχε μπλέξει τα χέρια του με τα δικά της και χόρευαν. Και δίπλα τους και η κόρη της, που τους παρακολουθούσε τρώγοντας και γελώντας,προ-φυλαγμένη και ασφαλής κάτω από το δέντρο.΄΄

Όμως, οι γιατροί του, δεν τα ξέραν όλα αυτά. Και αυτό που μου μετέφεραν ήταν ότι, απλώς, σταμάτησε να παλεύει. Με κοιτάξαν περίεργα όταν με είδαν να χαμογελάω με αυτό που είπαν. Δεν χαμογελούσα γιατί περίμενα να ακούσω κάτι άλλο. Ούτε γιατί εγώ ήξερα το όνειρο που είχε δει. Χαμογελούσα γιατί σκέφτηκα τι θα απαντούσε στον γιατρό αν τον είχε ακούσει.

΄΄Ποιος σταμάτησε, ρε , να παλεύει;Εγώ;Εγώ είμαι κομμουνιστής ρε!΄΄



Πέθανε το ξημέρωμα της απεργίας. Αυτή σηκώθηκε την ίδια ώρα και ετοιμάστηκε για την πορεία. Τη φορά τούτη, για πολλούς λόγους, δεν θα αργούσε. Τον αναζήτησε, μα δεν τον βρήκε. Κράτησε,όμως, μαζί με την κόρη της ,μια κόκκινη σημαία που φεγγοβολούσε (εκείνη τη μέρα τουλάχιστον) λίγο παραπάνω από όλες τις υπόλοιπες. Σαν είδωλο του κόσμου που καίγεται…



Στη μνήμη του φίλου μου

που δε σταμάτησε ποτέ του να παλεύει


Αντανάκλαση: imerodromos μέσω: culturagenda

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πείτε μας τη γνώμη σας